Η αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους της Ελλάδα θα συνεχιστεί

Την εκτίμηση ότι η αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδα θα συνεχιστεί και το επόμενο διάστημα, και, μάλιστα, με πολύ ευοίωνες προοπτικές, καταθέτει η εταιρεία μακροοικονομικών αναλύσεων Capital Economics, ενισχύοντας ακόμα περισσότερο το θετικό μομέντουμ που έχει αποκτήσει τους τελευταίους μήνες η ελληνική οικονομία.

Συγκεκριμένα, ο Άντριου Κένιγχαμ, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, για την Ευρωζώνη, σημειώνει σε ανάλυσή του ότι «ενώ πρόσφατα άρχισαν να εντείνονται οι ανησυχίες για την πορεία των δημοσιονομικών σε ορισμένες χώρες της Ευρωζώνης, οι προοπτικές για το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι αρκετά ευοίωνες». Η σταθερή αναπτυξιακή δυναμική, τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και οι χαμηλές δαπάνες για τόκους αναμένεται να διατηρήσουν τον δείκτη δημόσιου χρέους σε μια πτωτική τροχιά για αρκετά ακόμη χρόνια, όπως υποστηρίζει ο ίδιος.

Υψηλή ανάπτυξη

Η τροχιά του δείκτη δημόσιου χρέους εξαρτάται από την τρέχουσα επιβάρυνση του χρέους, την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, τα ονομαστικά επιτόκια και το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον οίκο, η Ελλάδα αποτελεί μια ειδική περίπτωση, καθώς ο ρυθμός ανάπτυξής της αναμένεται να είναι υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης το επόμενο διάστημα, αναμένεται να έχει μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους (τόκοι που καταβάλει) είναι χαμηλό. Ως αποτέλεσμα, ο δείκτης χρέους της χώρας θα συνεχίσει να μειώνεται αρκετά γρήγορα, σύμφωνα με τον Κένιγχαμ.

H Capital Economics, εκτιμά πως υπάρχουν αρκετοί λόγοι για το οποίους οι βραχυπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της Ελλάδας είναι καλύτερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Για αρχή, υπάρχει ακόμη ένα υψηλό περιθώριο για κάλυψη της χάσματος μετά την (θεαματική) κατάρρευση μεταξύ 2008 και 2012. Εξάλλου, το ΑΕΠ εξακολουθεί να είναι σχεδόν κατά 20% χαμηλότερο από το 2008.

Χαμηλό κόστος

Επιπλέον, οι έρευνες για τις επιχειρήσεις δείχνουν ότι η ανάπτυξη θα είναι υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης τους επόμενους δώδεκα μήνες, ενώ και ο ιδιωτικός τομέας της χώρας είναι λιγότερο εκτεθειμένος στο πλαίσιο αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής από πολλές άλλες οικονομίες, καθώς οι δανειοδοτήσεις του ιδιωτικού τομέα φτάνουν στο 113% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το 180% περίπου στη Γερμανία και την Ισπανία και 280% στη Γαλλία. Ο οίκος εκτιμά ότι η οικονομία της Ελλάδας θα αναπτυχθεί κατά 2% – 2,5% ετησίως το 2024 – 2025, προτού η δυναμική αυτή επιβραδυνθεί στο 1% περίπου σε ετήσια βάση τα επόμενα χρόνια.

Εν τω μεταξύ, το μέσο κόστος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας είναι βέβαιο ότι θα παραμείνει αρκετά χαμηλό για κάποιο χρονικό διάστημα. Οι δαπάνες για τόκους στην Ελλάδα ήταν στο 1,4% του δημόσιου χρέους της πέρυσι, το οποίο είναι μικρότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (1,9%), πόσο μάλλον έναντι της Ισπανίας (2,2%) και της Ιταλία (3%). Παράλληλα, η μέση διάρκεια ωρίμανσης για το δημόσιο χρέος της χώρας είναι σχεδόν 20 έτη, επομένως η τρέχουσα πολιτική και τα επιτόκια θα περάσουν με πολύ αργό ρυθμό στις δαπάνες για τόκους.

Απότομη μείωση

Επιπλέον, ο Κένιγχαμ εκτιμά πως η Ελλάδα είναι πιθανό να καταγράψει σημαντικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα για τουλάχιστον μέχρι τα επόμενα χρόνια. Η κυβέρνηση υλοποίησε μια τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή τη δεκαετία του 2010 ως μέρος των προγραμμάτων σταθερότητας υπό την ηγεσία της Τρόικας. Αν και δεν είναι πλέον σε πρόγραμμα ΔΝΤ – ΕΕ, η Ελλάδα υπόκειται στους συνήθεις ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι αναμένεται να αποκατασταθούν το επόμενο έτος και η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να τηρήσει τις δεσμεύσεις της.

Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να αυξηθεί από το 1,1% του ΑΕΠ φέτος στο 2,1% το 2024, κυρίως λόγω του τερματισμού ορισμένων εφάπαξ δαπανών για συντάξεις και ενεργειακές επιδοτήσεις. Δεδομένης αυτής της προοπτικής για την ανάπτυξη, τις δαπάνες για τόκους και το πρωτογενές ισοζύγιο, ο δείκτης δημόσιου χρέους της Ελλάδας φαίνεται ότι θα μειωθεί αρκετά απότομα τα επόμενα χρόνια. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι θα πέσει στο 145% έως το 2028, αλλά η Capital Economics εκτιμά ότι θα μπορούσε να μειωθεί περαιτέρω.

Οι κίνδυνοι

Με βάση τις προβλέψεις της για την αύξηση του ΑΕΠ, ο δείκτης δημόσιου χρέους θα υποχωρούσε λίγο κάτω από το 140% του ΑΕΠ έως το 2028, εάν η Ελλάδα παρουσιάσει πρωτογενή πλεονάσματα προϋπολογισμού 1,5% για τα επόμενα πέντε χρόνια – κάτι που φαίνεται αρκετά εφικτό. «Εάν η Ελλάδα μπορούσε να επιτύχει πλεόνασμα 2,5% ετησίως, ο δείκτης χρέους θα έπεφτε στο 135%. Ομολογουμένως, ένα διαρκές πλεόνασμα άνω του 2% μπορεί να ακούγεται απίθανο – ιδιαίτερα δεδομένου ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικές δημογραφικές αντιξοότητες, αλλά είναι μικρότερο από το μέσο πρωτογενές πλεόνασμα κατά τα τέσσερα χρόνια πριν από την πανδημία», αναφέρει ο Κένιγχαμ.

Αυτό δε συνεπάγεται ότι η Ελλάδα έχει διαφύγει επ’ αόριστον από τους διάφορους κινδύνους. Το χρέος της θα παραμείνει υψηλό ακόμη και στο σχετικά αισιόδοξο σενάριο, τη στιγμή που η μεθοδολογία – αριθμοί γύρω από το χρέος θα γίνει σταδιακά λιγότερο ευνοϊκή καθώς το χρέος που βρίσκται στα χέρια των επίσημων πιστωτών αποσύρεται και δημιουργείται νέος δανεισμός μέσω των αγορών. Ωστόσο, αυτές οι αντιξοότητες είναι πιθανό να διαμορφωθούν πολύ αργά και, στο μεταξύ, οι προοπτικές θα συνεχίσουν να είναι σχετικά ευοίωνες.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: economico.gr