Η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας αποδείχθηκε καλύτερη των προβλέψεων κατά το 2023, όμως οι προοπτικές για το 2024 είναι χλωμές, λόγω της μείωσης των πραγματικών εισοδημάτων και των σωρευτικών συνεπειών της νομισματικής σύσφιγξης, σύμφωνα με την DBRS Morningstar.

«Αναμένουμε ότι τα κέρδη των ευρωπαϊκών τραπεζών θα παραμείνουν ισχυρά το 2024, αν και σε χαμηλότερα επίπεδα από ό,τι το 2023, λόγω πιέσεων στα περιθώρια και υποτονικής ανάπτυξης των δανείων, καθώς και των υψηλότερων δαπανών και πιστωτικού κόστους», σημειώνει σε κλαδική της έκθεση η DBRS.

Οπως αναφέρει ο οίκος, η ρευστότητα των τραπεζών αναμένεται να παραμείνει σταθερή, παρά τις πιέσεις στην τιμολόγηση των καταθέσεων, καθώς η ζήτηση δανείων είναι υποτονική, εν μέσω υψηλότερων επιτοκίων.

Οι κεφαλαιακοί δείκτες συνεχίζουν να ωφελούνται από τη δημιουργία ισχυρών κερδών, η οποία αντισταθμίζει σε μεγάλο βαθμό την πίεση για αύξηση των πληρωμών μερισμάτων και επαναγοράς μετοχών.

«Οι τράπεζες επωφελήθηκαν από τα ισχυρά κέρδη τα τελευταία τρίμηνα, αλλά αναμένουμε ότι η ποιότητα του ενεργητικού θα επιδεινωθεί σταδιακά λόγω των υψηλότερων επιτοκίων και της συνεχιζόμενης αδυναμίας στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, με τον αντίκτυπο να γίνεται πιο ορατός στα εταιρικά δανειακά χαρτοφυλάκια των τραπεζών», δήλωσε η Sonja Förster, αντιπρόεδρος στην DBRS Morningstar.

Οι ευρωπαϊκές τράπεζες επωφελήθηκαν από τη σημαντική βελτίωση της κερδοφορίας το πρώτο εξάμηνο του 2023, αναφέροντας ετήσια αύξηση της μέσης απόδοσης ιδίων κεφαλαίων (ROE) σε 11,1% από 7,7%, με ορισμένες σημαντικά πάνω από αυτό το επίπεδο.

Αυτό οφείλεται κυρίως στη σημαντική άνοδο των καθαρών εσόδων από τόκους των τραπεζών, ενώ το πιστωτικό κόστος παρέμεινε χαμηλό. Αναμένουμε ότι το περιβάλλον των υψηλών επιτοκίων θα συνεχίσει να υποστηρίζει τα κέρδη των τραπεζών το 2024, ειδικά σε χώρες όπου τα δάνεια εξακολουθούν να ανατιμώνται. Ωστόσο, βλέπουμε και διάφορους αντίθετους ανέμους στον ορίζοντα, επισημαίνει.

Δεδομένης της σταδιακής αύξησης των επιτοκίων καταθέσεων, περισσότερες τράπεζες υποδεικνύουν ότι έχει επιτευχθεί κορύφωση για τα καθαρά περιθώρια επιτοκίου. Επιπλέον, η αύξηση των δανείων στην Ευρώπη έχει επιβραδυνθεί σημαντικά.

Ταυτόχρονα, παράγοντες όπως τα υψηλότερα επιτόκια και η αποδυνάμωση της οικονομίας είναι πιθανό να οδηγήσουν σε υψηλότερα κόκκινα δάνεια και αυξημένο πιστωτικό κόστος, ενώ ο πληθωρισμός των μισθών συνεχίζει να αυξάνει τα έξοδα.

Εκτός από χώρες με δάνεια κυρίως με κυμαινόμενο επιτόκιο όπως η Πορτογαλία ή η Ελλάδα, στις περισσότερες τα δάνεια εξακολουθούν να ανατιμολογούνται, γεγονός που αναμένεται να υποστηρίξει το NIM το 2024. Ωστόσο, η ανατιμολόγηση επιβραδύνεται, ενώ το beta στις καταθέσεις αυξάνεται. Πιστεύουμε ότι το καθαρό αποτέλεσμα κλίνει προς τα κάτω, γράφει ο οίκος.

Το χαμηλό πιστωτικό κόστος μέχρι σήμερα αντικατοπτρίζει τις μετρήσεις της ποιότητας των ανθεκτικών περιουσιακών στοιχείων που αναφέρουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες. Ωστόσο, η DBRS βλέπει πως φτάνουμε σε ένα σημείο καμπής και αναμένει κάποια επιδείνωση των μετρήσεων ποιότητας του ενεργητικού το 2024, με αποτέλεσμα υψηλότερο πιστωτικό κόστος.

Όταν τα κέρδη των τραπεζών άρχισαν να αυξάνονται την ίδια στιγμή που τα νοικοκυριά εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν υψηλό πληθωρισμό και υψηλότερα επιτόκια, η Ισπανία ήταν η πρώτη χώρα που εφάρμοσε έναν απροσδόκητο φόρο. Στην Ελλάδα, όπου τα στεγαστικά δάνεια είναι ως επί το πλείστον με κυμαινόμενα επιτόκια, εφαρμόστηκε ανώτατο όριο επιτοκίων από τον Μάιο του 2023 για διάρκεια 12 μηνών, για να αποφευχθούν περαιτέρω αυξήσεις στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων. Η Πορτογαλία βρίσκεται επίσης στη διαδικασία εφαρμογής μέτρων για την προστασία των νοικοκυριών.

Οι κίνδυνοι

Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία και η σύγκρουση Ισραήλ-Χαμάς απειλούν με πρόσθετα σοκ στις τιμές των τροφίμων ή της ενέργειας, προειδοποιεί η DBRS.

Στους υπόλοιπους γεωπολιτικούς κινδύνους, ο οίκος εντοπίζει την επιδείνωση στις σχέσεις των ΗΠΑ και της Ευρώπης με την Κίνα.

Ενώ οι περισσότερες μεγάλες τράπεζες έχουν δείξει ανθεκτικότητα, η DBRS προειδοποιεί για επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας στα χαρτοφυλάκια δανείων, κάτι που θα μπορούσε να επηρεάσει ιδιαίτερα τις μικρότερες και λιγότερο διαφοροποιημένες τράπεζες που έχουν σημαντική έκθεση στα εμπορικά ακίνητα ή σε κλάδους υψηλού ρίσκου.

Πάντως, τα ισχυρά οικονομικά των νοικοκυριών φαίνεται να περιορίζουν την διάρκεια και τη σοβαρότητα της αναμενόμενης επιβράδυνσης.

Τι λέει η DBRS για την Ελλάδα

Στην Ελλάδα, το ποσοστό των στεγαστικών δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών είναι χαμηλό, γύρω στο 20%, και τα ανώτατα όρια έχουν εφαρμοστεί σε σχετικά υψηλό επίπεδο, περιορίζοντας επίσης τις δυσμενείς επιπτώσεις στα κέρδη. Ωστόσο, εάν τα επιτόκια των καταθέσεων αυξηθούν, αυτό θα μπορούσε να έχει πιο έντονη επίδραση στα κέρδη.

Η ρευστότητα γενικά, και οι καταθέσεις ειδικότερα, έγιναν πεδίο ελέγχου το 2023 μετά τις αποτυχίες αρκετών μεσαίου μεγέθους αμερικανικών τραπεζών και της Credit Suisse. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες ανέφεραν ανθεκτικούς δείκτες δανείων προς καταθέσεις (LTD) το πρώτο εξάμηνο του 2023 και δεν αναμένουμε σημαντικές αλλαγές για το 2024, κυρίως ως αποτέλεσμα δύο αντισταθμιστικών παραγόντων. Από τη μία πλευρά, βλέπουμε αυξημένο ανταγωνισμό για καταθέσεις εντός του τραπεζικού τομέα αλλά και εκτός τραπεζικού τομέα (μη τράπεζες, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, ταμεία), με αποτέλεσμα υψηλότερα επιτόκια καταθέσεων. Αν και αυτό καθιστά τη χρηματοδότηση πιο δαπανηρή, δημιουργεί επίσης κίνητρα για αποταμίευση και, σε συνδυασμό με χαμηλότερη αύξηση των δανείων, αναμένεται να στηρίξει τη ρευστότητα στο μέλλον. Αυτό ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι τράπεζες της Ευρωζώνης έχουν ήδη ολοκληρώσει την πλειονότητα των αποπληρωμών του TLTRO III χωρίς σημαντική επίπτωση στη ρευστότητά τους.

Σε ό,τι αφορά τα κεφάλαια, αναμένεται ότι οι δείκτες θα παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροί.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: economico.gr