Σε επιστροφές ύψους 14 δισ. ευρώ προς την ΕΚΤ θα προχωρήσουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έως τα τέλη του 2024

Σε επιστροφές ύψους 14 δισ. ευρώ προς την ΕΚΤ θα προχωρήσουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έως τα τέλη του 2024 για το πρόγραμμα στοχευμένων συναλλαγών μακροχρόνιας αναχρηματοδότησης, γνωστό ως TLTRO III, στο οποίο συμμετείχαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Το ύψος της χρηματοδότησης που είχαν αντλήσει οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατά την διάρκεια της πανδημίας είχε φτάσει τα 50,4 δισ. ευρώ και μέσω σταδιακών αποπληρωμών το 2022-2023, οι «οφειλές» προς το ευρωσύστημα έχουν περιοριστεί στα 14 δισ. ευρώ και αναμένεται να εξοφληθούν πλήρως έως τα τέλη του 2024, που είναι και η καταληκτική ημερομηνία που έχει θέσει η ΕΚΤ.

Το «βοήθημα» για άντληση ρευστότητας στα χρόνια της πανδημίας έκλεισε οριστικά με την άνοδο των επιτοκίων από την ΕΚΤ και η αποπληρωμή των προγραμμάτων TLTRO αποτελεί επιστροφή στην κανονικότητα στην Ευρωζώνη που στρέφεται είτε στις καταθέσεις είτε στην διατραπεζική.

Οι ελληνικές τράπεζες αποτελούν την εξαίρεση στον ευρωπαϊκό κανόνα λόγω της υψηλής και φθηνής ρευστότητας που εξασφαλίζουν οι καταθέσεις, που υπερβαίνουν τις ανάγκες χρηματοδότησης της οικονομίας διαμορφώνοντας τον δείκτη δάνεια προς καταθέσεις σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και συγκεκριμένα μεταξύ 60% – 70%.

Έτσι η Alpha Bank με συνολικές καταθέσεις 52,3 δισ. ευρώ (στοιχεία 9μήνου 2022) αναμένεται να αποπληρώσει υπόλοιπα 5 δισ. ευρώ σε τρεις «δόσεις» τον Μάρτιο – Ιούνιο και Δεκέμβριο, η Eurobank με 56,7 δισ. ευρώ συνολικές καταθέσεις και υπόλοιπο οφειλών 3,7 δισ. ευρώ θα επιστρέψει την ρευστότητα προς το ευρωσύστημα τον Μάρτιο και Δεκέμβριο, η τράπεζα Πειραιώς με 58,7 δισ. ευρώ συνολικές καταθέσεις και υπόλοιπα οφειλών προς την ΕΚΤ 3,5 δισ. ευρώ, θα αποπληρώσει τις «οφειλές» της τον Ιούνιο και Δεκέμβριο και η Εθνική τράπεζα με 56,3 δισ. ευρώ συνολικές καταθέσεις και μόλις 1,85 δισ. ευρώ υπόλοιπο οφειλών θα κλείσει τον «λογαριασμό» με το ευρωσύστημα έως τα τέλη Ιουνίου.

Βασική πηγή άντλησης ρευστότητας αποτελούν οι καταθέσεις που έχουν ανέλθει στα τέλη Δεκεμβρίου στα 194,8 δισ. ευρώ και εξασφαλίζουν φθηνή πηγή χρηματοδότησης, ακόμη και μετά την άνοδο των επιτοκίων στην οποία προχώρησαν οι τράπεζες με έμφαση στους προθεσμιακούς λογαριασμούς. Από αυτά, τα 146,6 δισ. ευρώ είναι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών, οι οποίες έχουν επανέλθει στα επίπεδα του 2011 και παρά το γεγονός ότι απέχουν από το υψηλό των 195 δισ. ευρώ που είχαν φτάσει το 2009, έχουν ανακτήσει σημαντικό μέρος των απωλειών των τελευταίων 13 ετών.

Άλλα 48,2 δισ. ευρώ περίπου είναι η ρευστότητα που διατηρούν οι επιχειρήσεις στις τράπεζες, επίπεδο που αγγίζει ρεκόρ 20ετίας, αντανακλώντας την αυξημένη ρευστότητα που απολαμβάνουν οι επιχειρήσεις λόγω και του υψηλού πληθωρισμού που έχει εκτινάξει την κερδοφορία σε μια σειρά κλάδους.

Το μέσο κόστος των προθεσμιακών καταθέσεων μετά τις αυξήσεις επιτοκίων διαμορφώνεται για τα νοικοκυριά διαμορφώθηκε στο 1,83% και αφορά την ανανέωση των χρημάτων που βρίσκονται σε προθεσμιακούς λογαριασμούς ύψους 36,6 δισ. ευρώ με δέσμευση για διάρκειες από 1 έως και 2 χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος των καταθέσεων που διατηρούν τα νοικοκυριά λιμνάζει σε λογαριασμούς ταμιευτηρίου, ύψους 108,5 δισ. ευρώ και αποτελούν την βασικότερη πηγή άντλησης φθηνής ρευστότητας για τις τράπεζες. Σε ότι αφορά τις επιχειρήσεις οι τοποθετήσεις σε προθεσμιακούς λογαριασμούς ανέρχονται σε 13,2 δισ. ευρώ και το μέσο επιτόκιο ανέρχεται σε 3,25%.

Εναλλακτική πηγή χρηματοδότησης για τις τράπεζες, εκτός από τις καταθέσεις εσωτερικού, αποτελεί η ρευστότητα μέσω ομολόγων κυρίως υψηλής εξασφάλισης (senior preferred), το κόστος άντλησης των οποίων ωστόσο διαμορφώνεται μεταξύ 5% – 7%, ενώ το επιτόκιο πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης (MRO), βάσει του οποίου οι τράπεζες δανείζονται σήμερα από την ΕΚΤ είναι στο 4,5%.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: economico.gr