Η Δύση δεν υποστήριξε την Ουκρανία όπως το Ισραήλ

Η αντίθεση μεταξύ της αντίδρασης των δυτικών συμμάχων στις πυραυλικές επιθέσεις του Ιράν και της Ρωσίας ήταν ντροπιαστική, γράφει ο Marc Champion* στην ανάλυσή του στο Bloomberg. Και εξηγεί γιατί:

Ήρθε η ώρα να εγκαλέσουμε τους εαυτούς μας για την Ουκρανία. Διότι αν η προσέγγιση της Δύσης, και των ΗΠΑ ειδικότερα, δεν αλλάξει πολύ σύντομα, η χώρα κινδυνεύει πρώτα να κονιορτοποιηθεί και στη συνέχεια να βυθιστεί σε τεράστια οικονομικά δεινά – που πέρα από τους Ουκρανούς, θα επηρεάσουν την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.

Καμία αντίθεση δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη και αποκαλυπτική, από τις εμπειρίες που βίωσαν αυτό το Σαββατοκύριακο το Χάρκοβο, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ουκρανίας, και το Ισραήλ, καθώς η καθεμία δέχθηκε πυρά από έντονες συνδυασμένες επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη Shahed.

Η περίπτωση του Ισραήλ

Το Ισραήλ έμεινε σχεδόν ανέγγιχτο από ένα τεράστιο μπαράζ το Σάββατο, προστατευόμενο κυρίως από τα δικά του εξελιγμένα συστήματα αεράμυνας, αλλά  και τις ενέργειες των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ιορδανίας, που βοήθησαν στην κατάρριψη πολλών από τους πυραύλους που εκτόξευσε το Ιράν πριν προλάβουν να φτάσουν στον ισραηλινό εναέριο χώρο. Παρά τη δικαιολογημένη κριτική που δέχεται ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου για τον τρόπο με τον οποίο διεξάγει τον πόλεμο αντιποίνων κατά της Χαμάς στη Γάζα, αυτή η συντονισμένη απάντηση στην επίθεση του Ιράν πρέπει να του αναγνωριστεί.

Μια τόσο εκτεταμένη και άμεση βοήθεια δεν μπορεί να αποδοθεί μόνο στην ισραηλινή  ετοιμότητα και στρατιωτική ανωτερότητα. Η συμμετοχή της Ιορδανίας, παρά την κακή σχέση της με τον Νετανιάχου και παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της  τρέφει βαθιά συμπάθεια για την παλαιστινιακή υπόθεση, το πιστοποιεί. Η Ιορδανία απλώς αναγνώρισε, όπως και οι άλλοι συμμετέχοντες, ότι δεν πρέπει να επιτραπεί στο Ιράν να επιτύχει στην επίθεσή του, διότι αυτό θα εγκυμονούσε κινδύνους πολύ πέρα από το Ισραήλ.

Αυτό συμβαίνει πρώτον επειδή το Ιράν έχει ένα επιθετικό, ολοκληρωτικό και φανατικά ισλαμιστικό καθεστώς που ασχολείται με την υπονόμευση και την αποσταθεροποίηση της Μέσης Ανατολής. Δεύτερον, αν οι ισραηλινές πόλεις είχαν καταστραφεί, με μεγάλες ανθρώπινες απώλειες, σε ένα χαλάζι πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αυτό θα ανάγκαζε το Ισραήλ σε μια γρήγορη και σκληρή απάντηση, προκαλώντας έναν περιφερειακό πόλεμο, με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος, αλλά και ανασφάλεια σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η άλλη όψη: Η περίπτωση της Ουκρανίας

Ενώ το ίδιο ισχύει και για την Ουκρανία, ωστόσο η χώρα σχεδόν εγκαταλείφθηκε όταν ρωσικοί πύραυλοι και μη επανδρωμένα αεροσκάφη τη χτύπησαν νωρίτερα την ίδια μέρα. Κανείς δεν περίμενε ότι οι αμερικανοί και οι βρετανοί πιλότοι θα έβγαιναν στον ουρανό, αλλά το ζήτημα είναι ότι οι σύμμαχοι της Ουκρανίας της στερούν τα μέσα για να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Ως αποτέλεσμα, το Χάρκοβο, μια πόλη 1,4 εκατομμυρίων κατοίκων, μόλις 32 χιλιόμετρα από τα ρωσικά σύνορα, δεν μπόρεσε να αποκρούσει αυτό που διαφαίνεται ως μια συστηματική αεροπορική επίθεση, με άμεσο κίνδυνο να καταστεί ακατοίκητη και ώριμη για κατάκτηση.

Οι κύριοι σταθμοί ηλεκτροδότησης και θέρμανσης χτυπήθηκαν. Το ίδιο και πολυκατοικίες, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον επτά άνθρωποι. Η επίθεση ήταν απλώς μέρος μιας επιταχυνόμενης σειράς βομβαρδισμών εναντίον των μεγάλων ουκρανικών πόλεων που βρίσκονται ακόμη στο στόχαστρο του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων διπλών επιθέσεων που έχουν ως στόχο να σκοτώσουν πρώτα τους αμάχους και στη συνέχεια τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες διάσωσης που φτάνουν για να τους βοηθήσουν.

Η Ρωσία, όπως και το Ιράν, είναι ένα αυταρχικό κράτος, αιχμάλωτο του δικού της φανατισμού, καθώς προσπαθεί να αναστήσει μια χαμένη αυτοκρατορική δόξα εις βάρος των γειτόνων της. Ο Πούτιν έχει αποδειχθεί εκδικητικός. Έχει θέσει την οικονομία του σε πολεμική βάση και είναι πεπεισμένος ότι βρίσκεται σε πολιτισμικό πόλεμο με τη Δύση. Όποιος πιστεύει ότι, μετά τη διαφαινόμενη στρατιωτική επιτυχία του στην Ουκρανία δεν θα στραφεί στη Μολδαβία, τις χώρες της Βαλτικής και τα Βαλκάνια, ενώ θα επιβάλει δραματικές αλλαγές στην πολιτική και την ασφάλεια στην Ευρώπη, δεν έχει δώσει τη δέουσα σημασία.

Υπάρχει τεράστια ευθύνη σε πολλούς παράγοντες για αυτή την τροπή των γεγονότων. Αλλά τη μεγαλύτερη ευθύνη έχει η μαριονέτα του Ντόναλντ Τραμπ,  πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον. Η παρεμπόδιση, από τον Οκτώβριο , εκ μέρους του της χρηματοδότησής του προγράμματος για την Ουκρανία έπαιξε τεράστιο ρόλο στο γεγονός ότι η χώρα αυτή υποφέρει τώρα, υπό το κράτος σοβαρής έλλειψης πυρομαχικών, αλλά επίσης είναι όλο και πιο εκτεθειμένη σε πυραυλικές επιθέσεις, λόγω έλλειψης μέσων αναχαίτησης, που μόνο οι ΗΠΑ μπορούν να παρέχουν. Ως άμεση συνέπεια χάνονται ζωές και καταστρέφονται κρίσιμες υποδομές.

Ο λαγός του Πούτιν και ο αναποφάσιστος Καγκελάριος

Ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν αξίζει μια ειδική αναφορά σε ό,τι αφορά στην Ευρώπη, όπου και αυτός έχει κάνει ό,τι μπορεί για να καθυστερήσει τη βοήθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ουκρανία και να εξασφαλίσει την επικράτηση της Ρωσίας, ντύνοντας τη στάση του υπέρ της πολεμοκαπηλίας του Πούτιν ως προσφορά για ειρήνη.

Λιγότερο κραυγαλέος, αλλά επίσης υπαίτιος για την ανικανότητα να σκεφτεί και να δράσει στρατηγικά είναι ο καγκελάριος της Γερμανίας Όλαφ Σολτς, ο οποίος ναι μεν έχει παράσχει σημαντική βοήθεια στην Ουκρανία με την πάροδο του χρόνου, αλλά έχει επίσης καθυστερήσει συστηματικά τη μεταφορά βασικού εξοπλισμού.

Η καθυστέρηση έχει σημασία στον πόλεμο, επειδή τόσα πολλά μπορούν να αλλάξουν εν μία νυκτί. Όπως μια κεντρική τράπεζα που καθορίζει τη νομισματική πολιτική, έτσι και οι αποφάσεις σχετικά με τις προμήθειες όπλων και τους πολεμικούς πόρους πρέπει να λαμβάνονται πολύ νωρίτερα προκειμένου να έχουν αξία στις γραμμές του μετώπου. Και εδώ, οι διοικήσεις του Joe Biden και του Volodymyr Zelenskiy φέρουν επίσης ευθύνη. Ο Μπάιντεν και οι σύμβουλοί του έδωσαν με το σταγονόμετρο το είδος και τις ποσότητες όπλων που χρειάζεται η Ουκρανία, με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να επιβιώσει αλλά όχι να τερματίσει τον πόλεμο – ακόμη και πριν ο Τζόνσον μπλοκάρει στο Κογκρέσο την περαιτέρω βοήθεια. Πιέζουν επίσης την Ουκρανία να μην χτυπήσει βασικές ρωσικές υποδομές, ακόμη και όταν η Ρωσία καταστρέφει τις ουκρανικές με πυραυλικές βολές από το έδαφός της.

Η αποτυχία του Ζελένσκι ήταν να δείξει το πολιτικό θάρρος (κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την προσωπική του γενναιότητα) που απαιτείται για να κινητοποιήσει περισσότερα στρατεύματα όταν η απόφαση ήταν απαραίτητη πέρυσι. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ουκρανία αντιμετωπίζει τώρα σοβαρή έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού στο μέτωπο.Οι ταξιαρχίες υπολείπονται σε δύναμη, αδυνατώντας να αντικαταστήσουν νεκρούς και τραυματίες ή να ξεκουράσουν στρατιώτες που κρατούν τη γραμμή για δύο χρόνια υπό τη συνεχή βροχή πυρών του ρωσικού πυροβολικού, στα οποία τώρα προστίθενται βόμβες υψηλής ισχύος.

Μπορεί να ανατραπεί η κατάσταση;

Αυτές οι σκοτεινές προοπτικές μπορούν ακόμη να ανατραπούν. Ο Τζόνσον, μετά από μήνες κωλυσιεργίας, υποσχέθηκε να διεξαγάγει χωριστές ψηφοφορίες για τη βοήθεια προς το Ισραήλ, την Ταϊβάν και την Ουκρανία ήδη από την Παρασκευή. Το Κίεβο χρειάζεται απεγνωσμένα όλα τα 60,6 δισεκατομμύρια δολάρια που είναι παρκαρισμένα προς ψήφιση στο Κογκρέσο και πιο συγκεκριμένα τη ρευστότητα για προμήθειες όπλων και πυρομαχικών που θα έπρεπε να έχει αποδεσμευτεί εδώ και καιρό.

Την Τρίτη, η Ράντα, ή αλλιώς το κοινοβούλιο της Ουκρανίας, έστειλε τελικά ένα πολύ τροποποιημένο νομοσχέδιο για επιστράτευση, για να το υπογράψει ο Ζελένσκι, η επιτυχία του οποίου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν οι νέοι επιστρατευόμενοι πολίτες πιστεύουν ότι θα υπάρχουν στο μέτωπο όπλα για να τα χρησιμοποιήσουν και πυρομαχικά για να τους προστατεύσουν.Παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτει ναυτικό,  το Κίεβο έχει κερδίσει μια σημαντική μάχη εναντίον του ρωσικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Τα πρώτα F-16 θα πετάξουν σύντομα πάνω από την Ουκρανία και η Τσεχική Δημοκρατία έχει οργανώσει μια αξιοθαύμαστη εκστρατεία για να εξασφαλίσει 800.000 βλήματα για το πυροβολικό της.

Η κατάσταση είναι ζοφερή, αλλά όχι ακόμη καταστροφική

Δύο από τους καλύτερους δυτικούς αναλυτές του πολέμου στην Ουκρανία, ο Michael Kofman, ανώτερος συνεργάτης του Carnegie Endowment for International Peace στην Ουάσιγκτον, και ο Rob Lee, του Foreign Policy Research Institute της Φιλαδέλφειας, επέστρεψαν πρόσφατα από ένα ταξίδι στην Ουκρανία με τις ακόλουθες συμπερασματικές γραμμές: Βρήκαν την κατάσταση ζοφερή, αλλά όχι ακόμη καταστροφική.

Οι Ρώσοι έχουν λύσει τα προβλήματα του ανθρώπινου δυναμικού τους και προσαρμόζονται, είπαν, αλλά εξακολουθούν να χάνουν τριπλάσιο προσωπικό και πολύ περισσότερο εξοπλισμό από την Ουκρανία για να κάνουν μόνο μικρά κέρδη, παρά όλα τα πλεονεκτήματά τους σε αριθμό στρατευμάτων και δύναμη πυρός. Για να αποτρέψει ωστόσο μια κατάρρευση, η Ουκρανία πρέπει να αποκαταστήσει τις δυνάμεις της σε  ανθρώπινο δυναμικό, να οικοδομήσει άμυνες και να εξασφαλίσει τον εφοδιασμό με πυρομαχικά.

“Νομίζω ότι η Ουκρανία μπορεί να αντέξει αν αυτά τα πράγματα αντιμετωπιστούν”, δήλωσε ο ο Rob Lee στο podcast μετά το ταξίδι τους, προσθέτοντας ότι οι αξιωματικοί και οι πολιτικοί με τους οποίους μίλησαν είχαν πλήρη επίγνωση του καθήκοντος.Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να καθορίσουν μια στρατηγική νίκης που δεν θα περιλαμβάνει πλέον τον απίθανο στόχο της ανάκτησης όλων των χαμένων εδαφών.”Αλλά και πάλι, αυτό εξαρτάται από τη λήψη βασικών αποφάσεων και όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο”.

Ενώ οι δραματικές εξελίξεις τρέχουν, οι πιο σημαντικές από αυτές τις αποφάσεις αφορούν στους δυτικούς ηγέτες. Ο πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον, ειδικότερα, θα φέρει βαριά και προσωπική ευθύνη για τις συνέπειες, αν οι σύμμαχοι της Ουκρανίας αποτύχουν ή συνεχίσουν να χρονοτριβούν.

(ΣΣ: Ήδη χθες βράδυ έγινε γνωστό ότι ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον – πιεζόμενος από τις δραματικές εξελίξεις στην Ουκρανία και το Ισραήλ –  θα προχωρήσει σε μια ψηφοφορία με μεγάλο ρίσκο για να απελευθερωθεί η χρηματοδότηση της Ουκρανίας, του Ισραήλ και άλλων υπερπόντιων συμμάχων, παραμερίζοντας τις επικρίσεις από τη συντηρητική πλευρά του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος)

——-

  • Ο Marc Champion είναι αρθρογράφος του Bloomberg Opinion και καλύπτει την Ευρώπη, τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. Προηγουμένως ήταν επικεφαλής του γραφείου Κωνσταντινούπολης της Wall Street Journal.
Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: economico.gr