Πανδημία Ταμείο Ανάκαμψης

Οι παλιοί Σαντορινιοί όταν μιλούν μέχρι σήμερα με επισκέπτες και τουρίστες στο νησί μνημονεύουν τη φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στις 14 Ιουλίου 1956: «δεν ήταν σεισμός. Ήταν σωσμός».

Ως νέος πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε επισκεφθεί τη Σαντορίνη μετά τον καταστροφικό σεισμό, τα ξημερώματα της 9ης Ιουλίου, μεγέθους 7,5 R που σημειώθηκε στο ρήγμα της θαλάσσιας λεκάνης νότια της Αμοργού καθώς και τον μετασεισμό των 6,9 R που τον ακολούθησε, με αποτέλεσμα ισοπεδωθεί μεγάλο μέρος του νησιού και να χάσουν τη ζωή τους 53 συνάνθρωποι μας.. Με την φράση του αυτή ο τότε πρωθυπουργός εννοούσε ότι με αφορμή τον καταστρεπτικό σεισμό και τις τραγικές συνέπειες η Σαντορίνη θα ανοικοδομούνταν σε νέες στέρεες βάσεις. Πράγμα που έγινε, και η Σαντορίνη αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο ελκυστικούς τουριστικούς προορισμούς παγκοσμίως.

Η πανδημία ως (σωτήριος) “σεισμός”

Ο μεγαλύτερος σεισμός του 20ου αιώνα σε ολόκληρη την Ευρώπη δεν μπορεί ασφαλώς να συγκριθεί με την πανδημία που πλήττει σήμερα ολόκληρο τον πλανήτη και φυσικά τη χώρα μας. Όμως η πανδημία μπορεί να δώσει το έναυσμα για να οικοδομηθεί μια νέα Ελλάδα, η οποία μετά από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης χτυπιέται σκληρά και από τον κορoναϊό.

  • Εφόσον χρησιμοποιηθούν σωστά οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης που ξεπερνούν τα 31 δισεκατομμύρια ευρώ και μαζί με τα κεφάλαια του ιδιωτικού τομέα μπορούν να αγγίξουν τα 60 δις ευρώ τότε θα υπάρξει μεταστροφή της οικονομίας μας σε ένα νέο μοντέλο πράσινης ανάπτυξης που θα είναι ταυτόχρονα βιώσιμο και εξωστρεφές.

Το εθνικό στοίχημα και τα λάθη του παρελθόντος

Ο κορoναϊός, που δυστυχώς προκαλεί και στη χώρα μας χιλιάδες θανάτους, μπορεί να είναι «ο σωσμός για την επόμενη δεκαετία» και όχι μόνο. Αρκεί να μην επαναληφθούν τα λάθη του παρελθόντος, με τα χαμένα εκατομμύρια ECU (για τους παλαιότερους) και τα εκατομμύρια ευρώ την τελευταία εικοσαετία που κάποιοι διαχειρίστηκαν όχι και με τον καλύτερο τρόπο. Αρχής γενομένης από το δεύτερο εξάμηνο του 2021, που οι προκαταβολές από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι πιθανόν να φθάσουν τα τέσσερα δισεκατομμύρια ευρώ, μπορεί να αρχίσει η αλλαγή πορείας της οικονομίας που θα οδηγήσει σε μια νέα εποχή.

Δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι η φράση του πρώην πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Γιατί πρέπει να αλλάξουν νοοτροπίες στη λειτουργία του δημοσίου τομέα, πρέπει να υπάρξει άριστος συντονισμός με τον τραπεζικό και ιδιωτικό τομέα ώστε να προχωρούν οι επενδύσεις και να «έρχονται» τα κεφάλαια από τις Βρυξέλλες.

Η Ευρώπη απαιτεί αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα

Αυτή τη φορά η επιτήρηση και ο έλεγχος από τις αρμόδιες κοινοτικές υπηρεσίες θα είναι ασφυκτικός. Τα χρονοδιαγράμματα πρέπει να τηρούνται από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Πρέπει να γίνει συνείδηση ότι η χώρα έχει μόνο 30 μήνες για να δεσμεύσει όλα τα κεφάλαια που της αναλογούν και αυτά πρέπει να έχουν απορροφηθεί μέχρι το τέλος του 2026. Οι προθεσμίες και τα χρονοδιαγράμματα πρέπει να τηρούνται αλλιώς είναι πιθανόν να χαθούν κονδύλια που είναι απαραίτητα, όσο ποτέ άλλοτε, για την παλινόρθωση της οικονομίας.  Και τότε οι ευθύνες θα είναι εγκληματικές.

Η ελληνική συνήθεια των υπέρογκων υπερβάσεων στα δημόσια έργα πρέπει να εγκαταλειφθεί οριστικά και αμετάκλητα γιατί σε διαφορετική περίπτωση η χώρα μας θα πρέπει να βρει τρόπους να χρηματοδοτήσει αυτές τις υπερβάσεις. Και με δεδομένη την οικονομική κατάσταση αλλά και τους ελέγχους στους οποίους υποβάλλεται η χώρα από τους θεσμούς, ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι εύκολο να έχει ευτυχές τέλος.

Η ευθύνη του πολιτικού συστήματος

Και τέλος πρέπει οι πολιτικές δυνάμεις να βρουν ένα minimum πεδίο συνεννόησης γιατί τα επόμενα χρόνια θα χρειαστούν  νέες διαρθρωτικές αλλαγές μεταξύ άλλων στο ασφαλιστικό, το φορολογικό, το εργασιακό, στη δημόσια διοίκηση και στο σύστημα υγείας. Αυτές οι αλλαγές δεν μπορούν να γίνουν μέσα σε ένα συγκρουσιακό κλίμα  «με την κοινωνία στα κάγκελα» γιατί τα αποτελέσματα θα είναι οδυνηρά. Και ενδεχομένως θα χαθεί μία ακόμη (τελευταία;) ευκαιρία για να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια καλύτερη Ελλάδα.

Πηγή: economico.gr