Ομοιότητες ανάμεσα στον πόλεμο στην Ουκρανία και την κρίση στη Μέση Ανατολή βλέπει η Capital Economics αναφορικά με τον αντίκτυπο στον ενεργειακό τομέα σε περίπτωση κλιμάκωσης της σύρραξης.

Ωστόσο, εκτιμά ότι οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα ανησυχήσουν λιγότερο για τις δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό αυτή τη φορά.

Σημειώνεται ότι από την έναρξη της σύρραξης στη Μέση Ανατολή, οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί, αλλά παραμένουν χαμηλότερες από τα περσινά επίπεδα. Αντίστοιχα, οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί ελαφρά. Και σχεδόν καθημερινά δημοσιεύονται αναλύσεις με κάθε πιθανό μελλοντικό σενάριο αναφορικά με το πού θα φτάσουν οι τιμές στην ενέργεια.

Η Capital Economics σε τελευταία της ανάλυση επισημαίνει ότι η σύγκρουση έχει αυξήσει την πιθανότητα μιας νέας εκτίναξης των τιμών της ενέργειας, με τις επιπτώσεις στον πληθωρισμό να εξαρτώνται από την έκταση της αύξησης που θα σημειωθεί.

Από τη μία πλευρά, ένα άλμα στο ενεργειακό κόστος θα μείωνε τα πραγματικά εισοδήματα και θα επιβάρυνε την συνολική ζήτηση, περιορίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Αλλά από την άλλη, εάν η αύξηση του ενεργειακού κόστους αναγκάσει τους εργαζόμενους να πιέσουν για υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς και ωθήσει τις επιχειρήσεις να ανεβάσουν τις τιμές για να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους τους, τότε θα εμφανιστούν μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές πιέσεις, σημειώνουν οι αναλυτές.

Πρόκειται για τις δευτερογενείς επιπτώσεις που προβλημάτισαν τους αξιωματούχους της ΕΚΤ όταν οι τιμές της ενέργειας άρχισαν να αυξάνονται, το 2021, μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Οι 4 λόγοι που η ΕΚΤ δεν θα ανησυχήσει πολύ

Σύμφωνα με την Capital Economics, υπάρχουν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι τα μέλη της ΕΚΤ θα ανησυχήσουν λιγότερο για τις δευτερογενείς επιπτώσεις αυτή τη φορά.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι η αγορά εργασίας δεν είναι τόσο σφικτή όσο ήταν τότε. Το ποσοστό της ανεργίας στην Ευρωζώνη είναι σε ιστορικό χαμηλό, αλλά δείκτες όπως οι κενές θέσεις εργασίας, οι ελλείψεις εργαζομένων και η ζήτηση εργαζομένων αρχίζουν να υποχωρούν. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι ίσως να έχουν σε αυτή τη φάση κάπως μικρότερη διαπραγματευτική ισχύ για να πιέσουν για αυξήσεις μισθών.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η ζήτηση είναι πιο αδύναμη, επομένως οι επιχειρήσεις θα δυσκολευτούν να προστατεύσουν τα κέρδη τους αυξάνοντας τις τιμές. Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η Ευρωζώνη εμφάνιζε ισχυρή ανάπτυξη, αλλά τώρα, η οικονομία είναι στάσιμη εδώ και έναν χρόνο.

Ο τρίτος λόγος είναι ότι αυτή τη φορά, τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης απέναντι σε μια νέα ενεργειακή κρίση θα είναι λιγότερα. Με τις αποδόσεις των ομολόγων στα υψηλά αρκετών ετών, οι κυβερνήσεις θα εστιάσουν σε πιο περιορισμένα μέτρα στήριξης, μόνο για τα χαμηλά εισοδήματα. Άλλωστε, οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ε.Ε. αναμένεται να ισχύσουν και πάλι το 2024, κάνοντας πολιτικά δύσκολη την εφαρμογή δημοσιονομικά χαλαρών πολιτικών.

Ο τέταρτος λόγος είναι ότι η νομισματική πολιτική είναι τώρα σφικτή. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Philip Lane, έχει δηλώσει ότι «ένα υψηλότερο επίπεδο επιτοκίων θα περιόριζε ισχυρότερα την κλιμάκωση των όποιων σοκ για την πορεία του πληθωρισμού», δείχνοντας πώς θα σκέφτονταν οι policymakers σε ένα ενεργειακό σοκ.

«Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα αγνοούσε μια μεγάλη αύξηση στις τιμές της ενέργειας. Αλλά δείχνει ότι η Τράπεζα δεν θα έτρεχε κατ΄ ανάγκη να αυξήσει τα επιτόκια ξανά», σημειώνουν οι αναλυτές της Capital Economics.

Κατά την άποψή τους, η ΕΚΤ θα υιοθετούσε μία στάση «βλέποντας και κάνοντας», ώστε να διαπιστώσει σε ποιο βαθμό η αύξηση του ενεργειακού κόστους επηρεάζει τους μισθούς και τις τιμές. «Είναι πιθανό η αποπληθωριστική επίδραση των χαμηλότερων πραγματικών εισοδημάτων να κυριαρχήσει αυτή τη φορά, κάνοντας την ΕΚΤ να αφήσει τη ”γερακίσια” προσέγγιση και να κινηθεί προς τα ”περιστέρια” (σ.σ. dovish)», καταλήγουν.

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: economico.gr